Τα τοπία της Θεσσαλίας, τα χωριά και οι παραδόσεις και μια Ελλάδα που άλλαζε με ταχύτατους ρυθμούς. Ο Τάκης Τλούπας (1920-2003) έδινε στις καθημερινές σκηνές μια ιδιαίτερη ποιητικότητα και, εν τέλει, μια διαχρονικότητα, συνθέτοντας ένα πολύτιμο φωτογραφικό αρχείο της ελληνικής κοινωνίας του 20ού αιώνα. Γέννημα θρέμμα της Λάρισας, όπου διατηρούσε και φωτογραφείο, ταξίδεψε και στην Ευρώπη τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, δημιουργώντας ένα σημαντικό αλλά λιγότερο γνωστό φωτογραφικό έργο. Τώρα αυτό έρχεται στο φως – μέρος του μάλιστα για πρώτη φορά – μέσα από την έκθεση «Μια άλλη Ευρώπη – Τάκης Τλούπας», η οποία παρουσιάζεται στην Ελληνοαμερικανική Ενωση σε συνεργασία με τη Moments Collective, μια διεθνή φωτογραφική πλατφόρμα και καλλιτεχνική κολεκτίβα που δραστηριοποιείται στην προώθηση της σύγχρονης φωτογραφίας. Την επιμέλεια έχει αναλάβει η κόρη του και επίσης φωτογράφος Βάνια Τλούπα, η οποία βέβαια γνωρίζει όσο λίγοι το έργο και την παρακαταθήκη του σημαντικού ελληνα φωτογράφου.

Χειμώνας στο Παρίσι, Γαλλία, 1955
Η έκθεση «Μια άλλη Ευρώπη» αποκαλύπτει έναν Τάκη Τλούπα που ίσως δεν γνωρίζουμε τόσο καλά. Τι ήταν αυτό που ανακαλύψατε εσείς, ως κόρη του αλλά και ως φωτογράφος, όταν ξαναμπήκατε σε αυτό το υλικό και είδατε την Ευρώπη μέσα από το δικό του βλέμμα;
«Ηξερα ότι ο μπαμπάς μου ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τα ταξίδια, αλλά μέσα από αυτές τις φωτογραφίες ανακάλυψα έναν άνθρωπο κοσμοπολίτη και βαθιά ρομαντικό, που ξεπερνούσε τα όρια της Θεσσαλίας. Μέσα από την επιμέλεια της έκθεσης, αντίκρισα μια άλλη, προσωπική πτυχή του πατέρα μου. Χρειάστηκαν χρόνια για να κοιτάξω αυτό το υλικό με νέα ωριμότητα, κουβαλώντας τις δικές μου εμπειρίες ζωής και φωτογραφίας. Ως κόρη του, μπορώ μόνο να υποθέσω το θάρρος του. Εγώ και μόνο που το σκέφτομαι τρομάζω! Το να γυρίζει την Ευρώπη από το 1953 με τη Vespa και μετά με το Citroën 2CV φανερώνει έναν αιώνιο ταξιδευτή, που δεν φοβόταν το άγνωστο. Ως φωτογράφος, βέβαια, συνειδητοποίησα κάτι πολύ σημαντικό και για τη δική μου ματιά, ότι η γεωγραφία αλλάζει, αλλά το βλέμμα παραμένει ίδιο. Είτε φωτογράφιζε έναν αγρότη στον κάμπο είτε έναν περαστικό στο Παρίσι, η προσέγγισή του ήταν σταθερή. Ο φακός του αναζητούσε την καθημερινότητα των ανθρώπων με μια σύγχρονη ματιά και μια ανεπιτήδευτη απλότητα, γεμάτη συναίσθημα».
Ταξίδευε σε μια εποχή όπου τέτοιες μετακινήσεις δεν ήταν καθόλου αυτονόητες. Τι πιστεύετε ότι αναζητούσε πραγματικά πίσω από αυτά τα ταξίδια (και μάλιστα με Vespa!);
«Υποθέτω ότι οδηγός του ήταν η έμφυτη περιέργειά του για τη ζωή, χωρίς καμία διάθεση σύγκρισης με την Ελλάδα. Το αρχικό έναυσμα, βέβαια, το έδωσε ο αδελφός του, ο γλύπτης Φιλόλαος, ο οποίος ζούσε στο Παρίσι από το 1950. Ετσι, το 1953 ο πατέρας μου ξεκίνησε για να τον συναντήσει, θέλοντας να γνωρίσει τη γαλλική πρωτεύουσα, τους κύκλους του αδελφού του και να δει καινούργια πράγματα. Πιστεύω πως ταξίδευε γιατί η ανακάλυψη βρισκόταν στο DNA του· το να διασχίζεις τη μεταπολεμική Ευρώπη με μια Vespa δείχνει τεράστια εσωτερική ελευθερία. Δεν τον σταματούσαν οι δυσκολίες. Αναζητούσε, ίσως, τις κοινές ρίζες των ανθρώπων, τον τρόπο με τον οποίο ζουν και διασκεδάζουν, επιδιώκοντας να γνωρίσει τον κόσμο πέρα από τα σύνορά μας».

Στον δρόμο προς τον πύργο του Αϊφελ, Γαλλία, 1953
Μπορούμε να καταλάβουμε κάτι από τον χαρακτήρα και τη φωτογραφική ιδιοσυγκρασία του μέσα από τον τρόπο με τον οποίο ταξίδευε;
«Ο τρόπος του ήταν ο καθρέφτης της ψυχής του, λιτός, άμεσος, χωρίς περιττές αποσκευές, αλλά με ανοιχτή καρδιά. Δεν ήταν τουρίστας, αλλά οδοιπόρος. Η επιλογή της Vespa και του Citroën 2CV ήταν στάση ζωής, του επέτρεπε να είναι κοντά στο χώμα, στον αέρα και στους ανθρώπους. Αυτή η απλότητα χαρακτήριζε και τη φωτογραφία του. Ταξίδευε με ταπεινότητα και υποθέτω ότι με τον ίδιο σεβασμό πλησίαζε και τα θέματά του, χωρίς εντυπωσιασμούς. Η φωτογραφική ματιά του γεννήθηκε μέσα από αυτή την ελευθερία, όπου μπορούσε να σταματήσει ανά πάσα στιγμή για να μιλήσει με κάποιον ή να περιμένει το φως που ήθελε».
Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες της Ευρώπης και συγκρίνοντάς τες με εκείνες της Θεσσαλίας, βλέπετε να αλλάζει το φωτογραφικό του βλέμμα; Ποιο είναι τελικά το στοιχείο που κάνει μια φωτογραφία να είναι «του Τλούπα», ανεξάρτητα από τον τόπο;
«Το βλέμμα του δεν αλλάζει, προσαρμόζεται στο σκηνικό, αλλά η ουσία παραμένει αναλλοίωτη. Στην Ελλάδα έχουμε το απέραντο φως και τη σκληρή αγροτική ζωή. Στην Ευρώπη συναντάμε το αστικό τοπίο, τις λεωφόρους και τις ομίχλες. Κι όμως, αν αφαιρέσεις το φόντο, η ματιά του είναι ίδια. Αν ερμηνεύσω τι κάνει μια φωτογραφία να είναι “του Τλούπα”, είναι η ενσυναίσθηση και η ειλικρίνεια. Υποθέτω ότι κέρδιζε τη στιγμή με την παρουσία του. Υπάρχει μια μοναδική τρυφερότητα στον τρόπο με τον όποιο προσεγγίζει τη σύνθεση, το φως και την ανθρώπινη φιγούρα. Είτε πρόκειται για έναν αγωγιάτη στον Ολυμπο είτε για έναν Παριζιάνο στον Σηκουάνα, θεωρώ ότι εκπέμπουν την ίδια αξιοπρέπεια».

Χειμώνας στη Βενετία, Ιταλία, 1953
Για εσάς ήταν ο πατέρας σας. Οταν σήμερα επιλέγετε, οργανώνετε και παρουσιάζετε το αρχείο του, πόσο δύσκολο είναι να διαχωρίσετε τη ματιά της κόρης από τη ματιά της φωτογράφου και της επιμελήτριας;
«Ο πατέρας μου δεν μας έδειχνε όλο το υλικό που έβγαζε, γιατί τύπωνε επιλεκτικά μόνο ό,τι τον ενδιέφερε άμεσα τότε. Το υπόλοιπο παρέμενε στα αρνητικά, καθώς δεν το θεωρούσε απαραίτητο. Ετσι, δεν γνώριζα το υλικό στην ολότητά του και το αρχειοθέτησα μόλις τα τελευταία δέκα χρόνια. Μας μιλούσε, όμως, για τα ταξίδια του, για ό,τι τον είχε εντυπωσιάσει, για όλα αυτά που ήταν τόσο διαφορετικά από εκείνα που ήξερε. Ζούσαμε μέσα από τις διηγήσεις του, ενώ οι εικόνες παρέμεναν στο αρχείο. Σήμερα, κοιτάζοντας το αποτέλεσμα, υποθέτω ότι αυτές οι φωτογραφίες ήταν τα πολύτιμα ενθύμια μιας ζωής γεμάτης εμπειρίες, που του αρκούσε να τα κρατάει ζωντανά στις αναμνήσεις του. Πιστεύω, δηλαδή, ότι για εκείνον το πιο σημαντικό ήταν να ζει την κάθε στιγμή και, σε δεύτερη μοίρα, να την αποτυπώνει στο φιλμ».
Υπάρχουν εικόνες στην έκθεση που για εσάς έχουν ιδιαίτερη συναισθηματική αξία, όχι απαραίτητα επειδή θεωρείτε ότι είναι οι «καλύτερες» φωτογραφίες του, αλλά επειδή σας αποκαλύπτουν κάτι για τον άνθρωπο που ήταν ο πατέρας σας;
«Υπάρχουν αυθόρμητες στιγμές του δρόμου που για εμένα είναι ανεκτίμητες, γιατί μέσα από αυτές θαυμάζω βαθιά τη μοναδική ματιά του και βλέπω την ευγένεια της ψυχής του. Στέκομαι με δέος μπροστά στις ανδρικές φιγούρες στη Βενετία, αλλά και στα παιδιά που παίζουν ανάμεσα στις γόνδολες, εικόνες γεμάτες ζωή και αθωότητα. Με μαγεύουν εξίσου οι ομίχλες στο Παρίσι, όπου οι ανθρώπινες φιγούρες ξεπροβάλλουν μέσα στο κάδρο δίνοντας μια μοναδική αίσθηση κίνησης και ατμόσφαιρας. Αυτές οι λήψεις δεν έχουν τίποτα το στημένο, είναι εικόνες που, παρόλο που αγγίζουν την τελειότητα στη σύνθεση και στο φως, εκπέμπουν μια απίστευτη ζωντάνια και ζεστασιά. Με κάνουν να υποθέσω με σιγουριά έναν άνθρωπο που, χωρίς να ξέρει τη γλώσσα των χωρών που επισκεπτόταν, μπορούσε να συνδεθεί με τον άλλον μόνο με ένα βλέμμα και ένα χαμόγελο. Μου θυμίζουν τον μπαμπά μου, που ήξερε να ακούει τους ανθρώπους και να επιλέγει πάντα την κατάλληλη στιγμή για να μιλήσει. Αυτές οι φωτογραφίες επιβεβαιώνουν αυτό που πάντα ένιωθα, αλλά δεν μπορούσα εύκολα να διαχωρίσω επειδή ήταν ο μπαμπάς μου, ότι ο σπουδαίος φωτογράφος Τάκης Τλούπας ήταν, πάνω από όλα, ένας σπουδαίος, ευαίσθητος άνθρωπος».
INFO
«Μια άλλη Ευρώπη –
Τάκης Τλούπας»:
Γκαλερί Ελληνο-
αµερικανικής Ενωσης (Μασσαλίας 22, Αθήνα)
από τις 2 Οκτωβρίου
έως τις 4 Νοεµβρίου.







































Facebook
Twitter
Youtube
RSS Feed