Οι ελληνικές εξαγωγές έχουν αποδείξει τα τελευταία χρόνια ότι διαθέτουν ένα χαρακτηριστικό που σήμερα αποκτά ιδιαίτερη αξία: την ανθεκτικότητα. Το πρώτο πεντάμηνο του 2026 επιβεβαιώνει αυτή τη διαπίστωση με τον πλέον εμφατικό τρόπο.
Παρά τις συνεχείς αναταράξεις στο διεθνές περιβάλλον, η συνολική αξία των εξαγωγών διαμορφώθηκε στα 22,9 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 13,5%, ενώ ακόμη και χωρίς τα πετρελαιοειδή η άνοδος παρέμεινε ισχυρή στο 4,5%.
Ταυτόχρονα, το εμπορικό έλλειμμα περιορίστηκε κατά 9%, επιβεβαιώνοντας ότι η εξωστρέφεια συνεχίζει να αποτελεί έναν από τους βασικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας.
Οι αριθμοί αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξετάζονται μέσα στο σημερινό διεθνές περιβάλλον.
Οι πολεμικές συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή, η αβεβαιότητα στις θαλάσσιες μεταφορές, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, η μεταβλητότητα στις τιμές της ενέργειας, οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις και η σταδιακή επιστροφή του προστατευτισμού δημιουργούν ένα από τα δυσκολότερα περιβάλλοντα που έχει αντιμετωπίσει το παγκόσμιο εμπόριο τις τελευταίες δεκαετίες.
Κι όμως, οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις όχι μόνο παρέμειναν όρθιες, αλλά συνέχισαν να αναπτύσσονται. Επένδυσαν στην ποιότητα, στην καινοτομία, στις πιστοποιήσεις, στη διαφοροποίηση των αγορών τους και στη δημιουργία μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. Κυρίως, όμως, απέκτησαν την ευελιξία να προσαρμόζονται γρήγορα στις συνεχείς μεταβολές του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος.
Αυτή η προσαρμοστικότητα αποτελεί ίσως το σημαντικότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της ελληνικής εξαγωγικής κοινότητας.
Η δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ
Μία ακόμη πρόκληση προστίθεται πλέον σε αυτή τη δύσκολη εξίσωση. Η νέα δασμολογική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, με την επιβολή γενικού εισαγωγικού δασμού 10% στις περισσότερες ευρωπαϊκές εξαγωγές, δημιουργεί αναπόφευκτα νέα δεδομένα για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αμερικανική αγορά.
Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των πλέον ευνοημένων χωρών του νέου καθεστώτος, ενώ σημαντικές κατηγορίες προϊόντων εξαιρούνται από τον πρόσθετο δασμό. Ωστόσο, η αύξηση του κόστους και η ενίσχυση του προστατευτισμού αποτελούν ακόμη ένα εμπόδιο που καλούνται να διαχειριστούν οι Έλληνες εξαγωγείς.
Είμαι, όμως, πεπεισμένος ότι όπως οι ελληνικές επιχειρήσεις ξεπέρασαν την πανδημία, την ενεργειακή κρίση, τις μεγάλες αναταράξεις στις μεταφορές και τις γεωπολιτικές εντάσεις, έτσι θα προσαρμοστούν και στη νέα αυτή πραγματικότητα. Η εξωστρέφεια της χώρας μας έχει αποδείξει ότι διαθέτει αντανακλαστικά, ευελιξία και στρατηγική σκέψη.
Εκείνο που απαιτείται σήμερα είναι μια πιο δυναμική και ενιαία ευρωπαϊκή εμπορική πολιτική απέναντι στον αυξανόμενο προστατευτισμό, ώστε να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και να προστατευθεί η ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ανθεκτικότητα, ωστόσο, δεν αρκεί για να διαμορφώσει το μέλλον. Το μεγάλο ζητούμενο της επόμενης δεκαετίας είναι να μετατρέψουμε την αντοχή σε διατηρήσιμη ανταγωνιστικότητα. Η Ελλάδα χρειάζεται μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική εξωστρέφειας με ορίζοντα δεκαετίας.
Μια στρατηγική που θα επιταχύνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό των εξαγωγικών διαδικασιών, θα ολοκληρώσει τον εκσυγχρονισμό των τελωνείων μέσω του Single Window, θα διευρύνει την πρόσβαση των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση και στην ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων, θα ενισχύσει την οικονομική διπλωματία και θα αξιοποιήσει στο έπακρο τις νέες εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αναπτυσσόμενες αγορές.
Από την πλευρά τους, οι ίδιες οι επιχειρήσεις καλούνται να συνεχίσουν να επενδύουν στην καινοτομία, στην τεχνητή νοημοσύνη, στις ψηφιακές εφαρμογές, στη βιωσιμότητα, στη δημιουργία ισχυρών ελληνικών brands και στην παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Κυρίως, όμως, οφείλουμε να επενδύσουμε στη νέα γενιά εξαγωγέων. Οι νέοι επιχειρηματίες διαθέτουν τις δεξιότητες, τη διεθνή κουλτούρα και την εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες που απαιτεί η επόμενη ημέρα του διεθνούς εμπορίου.
Η επόμενη δεκαετία μπορεί να εξελιχθεί στη δεκαετία της ελληνικής εξωστρέφειας. Όχι επειδή ο κόσμος θα γίνει λιγότερο αβέβαιος, αλλά επειδή η Ελλάδα διαθέτει πλέον ώριμες, ανταγωνιστικές και διεθνώς προσανατολισμένες επιχειρήσεις.
Αν η Πολιτεία δημιουργήσει ένα σταθερό και φιλικό περιβάλλον για τις επενδύσεις και τις εξαγωγές και οι επιχειρήσεις συνεχίσουν να επενδύουν στη γνώση, στην καινοτομία και στους ανθρώπους τους, τότε οι ελληνικές εξαγωγές μπορούν να κατακτήσουν ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο στις διεθνείς αγορές. Αυτό είναι το όραμά μας: οι εξαγωγές να μην αποτελούν απλώς έναν ακόμη παραγωγικό κλάδο της οικονομίας, αλλά τον βασικό μοχλό βιώσιμης ανάπτυξης, παραγωγικής ανασυγκρότησης και δημιουργίας ποιοτικών θέσεων εργασίας για τη χώρα.
Ο κ. Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΠΣΕ)












































Facebook
Twitter
Youtube
RSS Feed